Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

25η Αυγούστου 1898



" Πρόφτασε Μούσα πρόφτασε, από τον Ελικώνα,
και δως μου δύναμη τρανή να γλυκοτραγουδίσω,
το καρδιοκτύπι τον καϋμό, το κλάμμα, τον αγώνα.
Και πάνω στο τραγούδι αυτό το στήθος μου να σχίσω.
Δως μου χροστήρα ζωντανό και θεία φαντασία
να ζωγραφίσω σήμερα μιαν ανθρωποθυσία,
που στο φτωχό Ηράκλειο εγίνηκε μια μέρα.
Βροντολογούν τα πέλαγα κι αστράφτει πέρα ως πέρα
στην Κρήτη αλησμόνητο και θείο πανηγύρι.
Καϋμός και φρίκη στα Χανιά, στου Βάμου γιαταγάνι
και μελανίτης χριστιανών στο δόλιο τ' Ακρωτήρι.
Κι απ' το φτωχό Ηράκλειο σαν άχραντο λιβάνι
ανέβαιναν οι στεγαγμοί ως του ουρανού τα πλάτια.
Πώς να μην σπάσουνε καρδιές, πώς να μην κλαψουν μάτια;
Εικοστή πέμπτη χαρωπή τ' Αυγούστου ξεπροβάλει
π' αρχίνησε η Λευτεριά γλυκόστομη να ψάλη
τραγούσι αλησμόνητο, τραγούδι που ακόμα,
το ψαλεν με καρδιόκτυπο των Κρητικών το στόμα.
Μα μόλις το τραγούδι της ετέλειωσεν Εκείνη,
ανάβει το Ηράκλειο! φαρμάκι κι αίμα φτύνει
από την ψυχή του ο Τύραννος! Παντού παντού με φρίκη
μ' άχραντο αίμα εβάφετο το Τούρκικο σαρίκι.
Τρίζουν τα ξύλα, πέφτουνε τειχιά στερεωμένα
και ήτο το κάθε τρίξιμο και "Κύριε ελέησον" ένα
π' ανέβαινε στον ουρανό σαν παραδείσιο μύρον
από τα βάθη της ψυχής των τόσων μας μαρτύρων.
Βόηθα, Παναγία μου, γλυκέ Χριστέ βοήθεια
εφώναζαν οι άμοιροι με πονεμένα στήθια.
Πόσες μανάδες και παιδιά εσφάξανε οι σκύλοι
και πόσους νηούς και πόσες νηές! βουβαίνονται τα χείλη
και σταματά ο λογισμός και μοναχά το κλάμα
ανοίγει στόμα μπρος σ' αυτό το θεριωμένο δράμα.
Και τώρα τί πομείνανε για ζωντανά σημάδια
στον τόπο του πανηγυριού; Χαλάσματα! Ρημάδια!
Μην τα πειράξετε παδιά. Τα θέλω να τα δώσω
εις της καινούργια μας γενιά κληρονομιά μονάχη
να μην ξεχάσουνε ποτέ τον πόνο σας τον τόσο
και σαν θεριά να γίνονται σαν μπαίνουνε στη μάχη.
Μην τα πειράξεται παιδιά να στέκουνε αιώνια
να δείχνουν των φιλότουρκων το λάθος, την απόνια.
Αφήστε τα χαλάσματα παντέρημα να μένουν
μέσα σ' αυτά να ξενυχτούν οι κουκουβάγιες μόνον
να λένε έτσι σφάζονται εκείνοι κι αποθαίνουν,
όσοι δεν θέλουν  της σκλαβιάς το θεριεμένο πόνον.
Κι η δόξα μέσα εις αυτά να ψάλη τα λιθάρια
πες τετρακόσια μέσα δω κοιμούνται παλικάρια.
Σ' αυτούς λοιπόν που έχυσαν το τίμιόν των αίμα
για την πατρίδα τη γλυκιά με πόνους κι αγωνία
όπου του εθνομάρτυρος εφόρεσαν το στέμμα,
ας πούμε όλοι σήμερον "Η μνήμη αιωνία".

Από το ποίημα του Μιχαήλ Γ. Διαλλινά (Διαλλινομιχάλη)
"Η σφαγή του Ηρακλείου", Άπαντα, τόμος Β'


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου